Γλουταθειόνη και ασθένειες

Στον άνθρωπο μπορεί φυσιολογικά να παραχθούν κάποια δυνητικά επικίνδυνα μόρια. Τα μόρια αυτά ονομάζονται ελεύθερες ρίζες και σε μικρές συγκεντρώσεις είναι θετικές για τον οργανισμό, καθώς παίζουν καίριο ρόλο στην αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού όπως και στη ρύθμιση κάποιων γονιδίων. Η διατροφή και το περιβάλλον (ιονίζουσα και υπεριώδης ακτινοβολία, ρύπανση, κάπνισμα κ.α.) έχουν την ικανότητα να αυξάνουν τα επίπεδα των μορίων αυτών με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολλά προβλήματα όπως παχυσαρκία, διαβήτης, καρδιαγγειακά, αθηροσκλήρωση, νευροεκφυλιστικές παθήσεις, ρευματοειδής αρθρίτιδα, ισχαιμικές κακώσεις, νεφρική ανεπάρκεια και καρκίνος. Επιπλέον, οι ελεύθερες ρίζες έχουν ενοχοποιηθεί για το μηχανισμό της γήρανσης.

Ο ανθρώπινος οργανισμός έχει την ικανότητα να παράγει μια σειρά από αντιοξειδωτικά μόρια με κυριότερο την Γλουταθειόνη, η οποία βρίσκεται σε ιστούς αλλά και στο αίμα και λειτουργεί εξουδετερώνοντας τις ελεύθερες ρίζες και παρέχοντας με αυτόν τον τρόπο αντιοξειδωτική ικανότητα στον οργανισμό. Φυσιολογικά, υπάρχει ισορροπία μεταξύ των ελευθέρων ριζών και των αντιοξειδωτικών μορίων. Σε περίπτωση που προκύψει μια σοβαρή δυσαναλογία σε βάρους των αντιοξειδωτικών, τότε παρατηρείται το φαινόμενο του οξειδωτικού στρες. Μπορεί να προκληθεί είτε από μείωση της δράσης των αντιοξειδωτικών μηχανισμών είτε από αυξημένη παραγωγή ελευθέρων ριζών. Το οξειδωτικό στρες έχει συσχετισθεί με πλήθος ασθενειών, όπως ο καρκίνος και καρδιαγγειακά νοσήματα.

Μια σειρά από ασθένειες και παθολογικές καταστάσεις σχετίζονται ισχυρά με μειωμένα επίπεδα γλουταθειόνης και κατ’ επέκταση με αυξημένο οξειδωτικό στρες. Δεδομένα επιστημονικών εργασιών δείχνουν ότι τα επίπεδα της Γλουταθειόνης μειώνονται σημαντικά όσο προχωρούν τα στάδια καρδιοπάθειας από ασυμπτωματική σε ολική ανεπάρκεια (https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2655715/). Η γλουταθειόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση των σταδίων καρδιοπάθειας ώστε να συμβάλει ως δείκτης πρόληψης και έγκαιρης αντιμετώπισης πιθανής καρδιαγγειακής ανεπάρκειας. Μειωμένα επίπεδα γλουταθειόνης παρατηρούνται επίσης έπειτα από ισχαιμικό επεισόδιο αλλά και στον διαβήτη τύπου 2 (περισσότερα  εδώ).

Τα επίπεδα της γλουταθειόνης παίζουν σημαντικό ρόλο στον καρκίνο του παχέος εντέρου. Σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρείται αύξηση της γλουταθειόνης και σε κάποιους μείωση κάτι που υποδηλώνει την διαφορετική απόκριση στην νόσο (περισσότερα εδώ).

Σημαντικός είναι ο ρόλος της γλουταθειόνης στο πεπτικό σύστημα και σε αυτοάνοσα όπως το σύνδρομο Crohn, όπου παρατηρούνται χαμηλότερες τιμές γλουταθειόνης. Γενικά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες ασθένειες σχετίζονται με χαμηλότερα επίπεδα γλουταθειόνης και αυτό προκύπτει από τις όλο και αυξανόμενες μελέτες που πραγματοποιούνται και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ασθένεια είναι αποτέλεσμα της διαταραχής της οξειδοαναγωγικής ισορροπίας.

Τα Αντιοξειδωτικά που μπορούμε να βρούμε και στη διατροφή μας συμβάλλουν στην διατήρηση καλών επιπέδων γλουταθειόνης και στην διατήρηση της υγείας. Ο προσδιορισμός της γλουταθειόνης και η εξατομικευμένη υγιεινή διατροφή με κατάλληλη ποσότητα αντιοξειδωτικών συμβάλλει στην πρόληψη ασθενειών που σχετίζονται με το οξειδωτικό στρες.